Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Η Ιστορία της Χαμένης Μούτζας

Μεγαλώνοντας, έχω φτάσει ήδη τα 28 και χωρίς σημαντικά επιτεύγματα στη ζωή μου. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στο ότι δεν κέρδισα το Νόμπελ που τόσο ήθελα μικρή, για την τελετή της απονομής του οποίου έχω χάσει πολλές ώρες πολύτιμου ύπνου στην ευαίσθητη περίοδο της εφηβείας μου, φανταζόμενη εμένα πάνω στο βήμα να ευχαριστώ την οικογένεια μου, τους φίλους μου και γενικότερα όλον το ντουνιά που με βοήθησε να ανακαλύψω το φάρμακο κατά της καούρας μετά από κατανάλωση μεγάλης ποσότητας καυτερής πιπεριάς και φυσικά από κάτω ο λαουτζίκος (συμπεριλαμβανομένης και της επιστημονικής κοινότητας) συγκινημένος να χειροκροτάει δυνατά.

Όμως δεν είναι ένα συνηθισμένο χειροκρότημα..Βεβαίως και δεν είναι ένα συνηθισμένο χειροκρότημα! Είναι αυτό το χειροκρότημα που σταδιακά σε παθιάζει και νιώθεις ότι δεν σου φτάνει ο ήχος του αλαλαγμού των χεριών για να αποδώσεις σωστά αυτό που νιώθεις. Το φαντάζομαι κάτι σαν ένα χειροκρότημα ίσον χίλιες και βάλε ευγνωμοσύνες (αν μπορούν αυτές να μετρηθούν)..πως λέμε μια εικόνα χίλιες λέξεις. Κάπως έτσι. Τώρα θα μου πεις ότι τόσος μπελάς για το φάρμακο κατά της καούρας μετά από κατανάλωση μεγάλης ποσότητας καυτερής πιπεριάς? Ναι ρε, δικό μου ήταν το όνειρο, δικοί μου και οι κομπάρσοι και θα κάνουν ότι τους λέω εγώ.

Τέλοσπαντων, που λέτε αυτό το όνειρο μας άφησε εδώ και καιρό τώρα διότι συνειδητοποίησα ότι με ένα – δύο Tums η καούρα περνάει μέσα σε ένα μισάωρο. Ήταν εκείνο το ταξίδι στην Αμερική που μου γκρέμισε τα όνειρα. Γυρίσαμε πίσω στην Ελλάδα με δεκάδες μπουκάλια Τums..Tums με γεύση exotic fruits, tums με γεύση φράουλας, tums σκέτα..Εν ολίγοις: Tums για όλα τα γούστα!

Τι να απέγινε εκείνο το κορίτσι που ήθελε να πάρει το Νόμπελ;

Το κορίτσι λοιπόν μεγαλώνοντας, νομίζω ότι αρχίζει και βρωμάει ολοένα και περισσότερο αντίδραση.

Ποτέ δεν ήμουν αντιδραστικό παιδί όπως λέει και η μαμά μου.
- Thank God, all of you were really good children!

Δεν είχα έντονη εφηβεία, δεν συνήθιζα να ντύνομαι στα μαύρα, να διαβάζω μαρξ, ντάριο φω (sic!) κτλ κτλ . Θα μπορούσα να συνεχίσω τη λίστα με άλλα τέτοια στερεότυπα αλλά από κίνδυνο να κατηγορηθώ, θα σταματήσω. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να είμαι στην ώρα μου για την καθημερινή προπόνηση volley, να παίξω βασική στον αγώνα της Κυριακής με τον Α.Σ. Ναύαρχο Βότση, να κάνω επιτέλους μια υποδοχή της προκοπής ώστε να μην καταλήξει η μπάλα στις κερκίδες και άντε βαριά βαριά να με στείλει η ομάδα στο κλιμάκιο. Για την Εθνική Ελλάδος ούτε λόγος – δεν με έπαιρνε..λόγω ύψους και μόνο μη φανταστείτε.

Αφού το volley μας τελείωσε νωρίς, δεν ήμουν και μεγάλο ταλέντο η αλήθεια είναι, το Νόμπελ πάει το πήρε άλλος, τελευταία αποφάσισα να αλλάξω τον κόσμο μέσω της εξάσκησης στις μούτζες και συγκεκριμένα στις αεριωθούμενες μούτζες, αυτές δηλαδή που ο παραλήπτης δεν τις καταλαβαίνει καν.

Η μούτζα λοιπόν είτε έχει αεριωθούμενη είτε εμφατική μορφή αποτελεί μια δήλωση. Μια δήλωση απέναντι σε αυτό που δεν μπορείς να αλλάξεις αλλά επιλέγεις τελικά να μην επικροτείς έστω και σιωπηλά με τη φυσική σου παρουσία.

Η αλήθεια είναι ότι σε όσους δεν αρέσουν οι καυγάδες, οι φωνές και οι εντάσεις η αεριωθούμενη μούτζα μπορεί να αποτελέσει έναν από τους καλύτερους τρόπους αντίδρασης σε όλα αυτά που καθημερινά μας ενοχλούν και συγκεκριμένα αναφέρομαι σε απαράδεκτες συμπεριφορές ανθρώπων τόσο σε διαπροσωπικό όσο σε επαγγελματικό και ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο. Μπορεί να ακούγεται ρομαντικό, αφελές και ηλίθιο αλλά με αυτόν τον τρόπο ίσως και να αλλάξει ο κόσμος γιατί τελικά η εσωτερική συνειδητοποίηση ότι η χ,ψ,ω,/ χ=3, 2χ=1 άρα χ=;, συμπεριφορά αξίζει μούτζα είναι ανεκτίμητης αξίας. Ξύπνα ρε!

Έτσι λοιπόν, αεριωθούμενη (πάντα) μούτζα στην αγενέστατη υπάλληλο σε δημόσια υπηρεσία, μούτζα σε όλους που νομίζουν ότι θαμπωνόμαστε από την μούρη που μας πουλάνε, μούτζα σε όλους τους ανίκανους που τους έχει δοθεί χαριστικά εξουσία και δεν μπορούν να την διαχειριστούν, μούτζα και σε εμένα που αφήνω εκτεθειμένη την τσάντα μου από φόβο μην προσβάλω τον δίπλα μου, με αποτέλεσμα να μου έχουν κλέψει το πορτοφόλι 2 φορές μέσα σε έναν χρόνο.

Η χειρονομία της μούτζας είναι μια ευγενική πράξη του εαυτού σου προς την ανθρωπότητα.

Αυτά..Τρέχω να κάνω εξάσκηση στην εμφατική μούτζα «ΠΑΡΕ ΝΑ ‘ΧΕΙΣ!».
Κλείνω αυτό το μπίρι μπίρι βάζοντας ακόμα μια φορά στο youtube ένα τραγούδι το οποίο όσες φορές άκουσα σήμερα το βράδυ δεν έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου μέχρι τώρα.

.Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον, στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλετε.

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Γράμμα 2

Τις τελευταίες μέρες έχω κολλήσει με το FarmVille στο Facebook. Μπαίνω κάθε λίγο και λιγάκι να δω αν οι μελιτζάνες είναι έτοιμες, αν θέλουν άρμεγμα οι αγελάδες, αν κάνανε αυγά οι κότες, ποιο τρακτέρ είναι καλύτερο για να οργώσω το χωράφι. Με τους γείτονες αναταλλάζουμε επισκέψεις, μου ρίχνουν λίπασμα στο στάρι (μάλλον το FarmVille δεν είναι και πολύ fan των βιολογικών) και εγώ ως αντάλλαγμα τους χαρίζω ελιές, παίρνω ιδέες αν θα πρέπει να σπείρω βαμβάκι ή ρύζι. Και η ζωή συνεχίζεται χαρωπά στον κόσμο της αγροτιάς. Τι ωραία που είναι εκεί στο FarmVille

Εντάξει θα πει κάποιος, μόδα είναι και το FarmVille και θα περάσει. Οk, δεκτό. Αυτό, όμως, που μου έχει κάνει εντύπωση είναι ότι όλο και περισσότεροι φίλοι και γνωστοί ονειρεύονται μια πραγματική φάρμα, με χώμα αληθινό. Ο ένας μιλάει για αμπέλια και βιολογικό κρασί στη Χαλκιδική, ο άλλος για εκτροφή αγριογούρουνων στα Ζαγοροχώρια και ο δείνα για κολλεκτίβα και εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας στο χωριό του στη Πελοπόννησο. Τι γίνεται ρε παιδιά; Από πότε μας έπιασε η ανάγκη για το ‘γύρισε στη φύση’, από πού ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί οι επίδοξοι βουκόλοι; Είναι ακόμα μια τάση που μας κυνηγάει ή πραγματικά βαρεθήκαμε το τσιμέντο;

Όποτε ακούω κάποιον να λέει ‘Θα βγάζουμε το δικό μας λάδι’ ή ‘Θα πίνουμε το γάλα από την δικιά μας κατσίκα’ ή ‘Θα φτιάχνουμε γλυκό του κουταλιού από την κερασιά στην αυλή’ δεν μπορώ να μην χαμογελάω ειρωνικά από μέσα μου. Εντάξει, δεν θα τα ισοπεδώσω όλα, έχω έναν φίλο που άφησε την πόλη, έχει φυτέψει 100 ρίζες στο χωριό του, δηλώνει –και είναι- αγρότης και του αρέσει πολύ. Απλά, πριν πουλήσετε το Golf σας για να αγοράσετε αγροτικό θα εξομολογηθώ μια προσωπική εμπειρία.

Tο σπίτι μας έχει έναν υπέροχο κήπο. Δεν είναι μεγάλος αλλά έχει όλα τα καλά: λουλούδια, δεντράκια, θάμνους, αναριχώμενα,κρεμαστά, ξαπλωτά, ωραία πράγματα δηλαδή, μπόλικη πρασινάδα για να χαίρεται το μάτι σου. Στις αρχές, και μετά από πίεση της σπιτονοικυράς, βγήκα να κλαδέψω. Ήταν μια ηλιόλουστη Κυριακή, μπήκα στην αποθήκη,βρήκα ένα κλαδευτήρι και άρχισα να αυτοσχεδιάζω. Όταν μας επισκέφτηκε μετά από λίγες μέρες και βγήκε στον κήπο να δει τι είχα κάνει μου ανακοίνωσε ότι είχα κόψει ένα φυτό που το είχε φέρει από την Ιταλία και ότι το είχα κουτσουρέψει σε τέτοιο βαθμό που ήταν για ξερίζωμα και πέταμα. Κατόπιν, είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το τι εστί μαραμένο και αφού καταλάβαμε ότι έχουμε διαφορετική οπτική επί του θέματος άρχισε να έρχεται μια φορά το τρίμηνο και να περιποιείται μόνη τα φυτά της.

Τώρα για να μεγαλώσουμε την εικόνα, ας υπενθυμίσουμε ότι επάγγελμα αγρότης σημαίνει: ζω στο χωριό το οποίο έχει μια πλατεία και ένα καφενείο, ξυπνάω στις 5 για να πάω στα ζώα, με τρώει η βροχή το χειμώνα και ο ήλιος το καλοκαίρι, το πιο κοντινό σινεμά είναι μισή ώρα μακριά (στην καλύτερη), κάθε επίσκεψη στο σπίτι είναι το πρώτο θέμα στην ατζέντα της κυρά-Γιαννούλας από απέναντι και λέξεις όπως μανικιούρ και ψηλοτάκουνα έχουν αχρηστευθεί.

Δεν θέλω να χαλάσω την όποια ρομαντική εικόνα έχει δημιουργήσει ο καθένας από εμάς για την επιστροφή στο χωριό, πολύ ωραίο ακούγεται και σίγουρα μας λείπει η επαφή με τη φύση αλλά όποιος ξέρει τι σημαίνει μπούρλιασμα ας σηκώσει το χέρι.

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Run to Collect - Εισιτήρια



Κανονικά θα έπρεπε να αρχίσω αυτό το ποστ με το γνωστό ποιήμα του Καβάφη: να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος..Αλλά δε θα ξεκινήσω έτσι. Το έχουμε κάνει τσίχλα το συγκεκριμένο ποίημα. Κατήντησε τσιτάτο, λέξη που μου την έμαθαν πριν περίπου 3 μήνες και την οποία νόμιζα πως έλεγε η Βανδή στο νέο της χιτ. Όμως, καλά λέω εγώ ότι έχω πρόβλημα με τα αυτιά μου και άσε το γιατρό του ΙΚΑ να συνεχίζει να λύνει το sudoku του. Σημείωση η Βανδή τραγουδάει το «Κορίτσι Πράγμα» και όχι το «Όχι τσιτάτα».

Αγαπώ τα εισιτήρια όπως άλλοι αγαπούν τα γραμματόστημα. Λεωφορεία, ηλεκτρικοί, μετρά, τρένα, αεροπλάνα, κτελ-ια, συναυλίες, αγώνες, events, ψευτο-events βρίσκονται καρφιτσωμένα σε ένα χάρτη που με τη σειρά του βρίσκεται καρφιτσωμένος σε ένα πίνακα σημειώσεων από φελλό. Αν κάτσεις κι ασχοληθείς λιγάκι βέβαια θα διαπιστώσεις ότι είμαι αγεωγράφητη. Το εισιτήριο της Disneyland βρίσκεται στη μέση του Ατλαντικού και όχι στο Παρίσι, τα travelcards του Λονδίνου μετατοπίστηκαν στην Αίγυπτο, τα day passes της Βοστόνης κάπου στο Μεξικό μαζί με τους κομπανιέρος. Ά, και κάπου στο Νότιο Πόλο κρέμεται μια αφρολέξ καρδούλα με χρυσόσκονη. Τα υπόλοιπα τα άφησα στη Μύκονο για να τα βρει η Έφη Σαρρή. 

Σε ορισμένα γράφω από πίσω πού πήγαινα, από πού ερχόμουν, τι έγινε, τι δεν έγινε, τι αποφάσεις πήρα, τι αποφάσεις δεν πήρα. Ποτέ μα ποτέ όμως δεν γράφω τι αποφάσεις θα έπρεπε να είχα τηρήσει κατόπιν εορτής, γιατί το αυτό λέει ότι ο δρόμος είναι στρωμένος με ροδοπέταλα και όχι με εισιτήρια! (Μου φαίνεται πως το φυτοβιβλίο που κρατούσαμε μικροί θα ήταν πιο χρήσιμο - πρώτη μούρη στην πρώτη σελίδα το φύλλο του φίκου βενιαμίν = σταθερή αξία)

Τα εισιτήρια έχουν κάνει κλίκες μεταξύ τους. Τα χειρότερα είναι της Ευρώπης που έχουν μια δόση εστέτ σνομπισμού, μετά ακολουθούν της Αμερικής που φωνάζουν λες και βρίσκονται συνέχεια σε roller-coster και τέλος της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης που ενώ θέλουν να παραταχθούν ενωμένα απέναντι στον εχθρό ακόμα παλεύουν για να βρουν μια καθολική ορολογία για το σουβλάκι, το πατημένο σάντουιτς, το τοστ, το τοστ σε ψωμί καρβέλι, το τοστ σε ψωμί τετράγωνο, τη βόμβα μολότωφ, τη μπουγάτσα με στουπί και πάει λέγοντας.


Άλλα πάλι έχουν αναπτύξει σχέσεις - στενές σχέσεις, ξέρετε από αυτές που κοιμούνται πάνω στα χείλη σου τα καλοκαιρινά βράδια. Απάτριδες οι περισσότερες, βρίσκονται ακόμη στο μετέωρο των εκάστοτε διαδρομών και συνήθως τις συναντάς στα lost and found των σταθμών των τρένων, των ΚΤΕΛ, ενίοτε και των αεροδρομίων. Αυτή η σχέση έρωτα μεταξύ διαφόρων πόλεων του κόσμου, ο έρωτας από απόσταση, που όλα τα διαστρεβλώνει, τα μεγενθύνει, τα δραματοποιεί. Σαν το τραγούδι "αδιάκοπα" του Φοίβου Δεληβοριά, ύμνος αγάπης για τους απάτριδες έρωτες.

ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΕΙ ΑΥΤΗ Η ΒΑΛΙΤΣΑ;

Η συγκεκριμένη βαλίτσα (photo by Ilias Madouros) μάλλον θα παραμείνει στo Άνω Πωγώνι, όμως η άλλη βαλίτσα θα συνεχίζει να κυκλοφορεί, να μην τηρεί τις αποφάσεις, να αποθηκεύει εισιτήρια στο μπροστινό τσεπάκι, να τυλίγει κρασιά με εφημερίδες για να μη σπάσουν και να μην δέχεται να επωμιστεί έξτρα βάρος από το πιστολάκι για τα μαλλιά. Δεν χωράει λέμε! Απάτριδη βαλίτσα στο μετέωρο της διαδρομής, χαμένη στα lost and found του αεροδρομίου.

Βέβαια, δεν ξέρω πού θα πάει αλλά σίγουρα ξέρω πού θα καταλήξει στο τέλος. Στο σπίτι. Home is where your pillow and blankie are.

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Κάτι και να σου τη σπάει



Μεσολάβησαν κάτι ταξίδια Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, πάλι Αθήνα, ένα Κτελ προς Θεσσαλονίκη (somebody shoot me), 1 μέρα για να τακτοποιήσω τα ρούχα μου στη ντουλάπα, 3 skype calls εξαιρετικής πίεσης από την pass on the microphone που βρίσκεται στην Αγγλία, 1 επικριτικό νεύμα των φίλων μου και τώρα ήρθε η ώρα για την απαραίτητη αποκωδικοποίηση.

Toothpaste remains (ας ακούσω το misery loves company της Μonika 15 φορές μπας και συγκεντρωθώ να γράψω κάτι).

Πόσο πολύ μου τη σπάνε τα άσπρα κατακάθια της οδοντόκρεμας γύρω από το στόμα. Το χειρότερο είναι ότι το καταλαβαίνεις κάπως αργά, όταν δηλαδή έχεις βουρτσίσει τα δοντάκια σου σαν καλό παιδί, έχεις ξεβαφτεί, έχεις πλύνει το πρόσωπό σου, έχεις χτενίσει τα μαλλάκια σου και απλά ρίχνεις μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη του μπάνιου πριν πας βουρ για ύπνο (χμ...για να δω αυτό το σπυράκι που έβγαλα προχτές).

Επίσης, μπορεί να μου απαντήσει κάποιος γιατί όλες οι οδοντόκρεμες να έχουν μέσα βότανα, μαντζούνια, aloe vera και τον υπόλοιπο συφερτό; Γιατί όλες αυτές να μου καίνε τη γλώσσα; Κάποιες φορές που αγόρασα από τις άλλες (τις καλές) με γεύση πορτοκάλι, οι συγκάτοικοι μου με έκραξαν και από τότε δεν παίρνω εξοδόχαρτο για να πάω σούπερ μάρκετ μόνη μου (ολιγαρχία μέσα στο ίδιο μου το σπίτι -«εσύ που είσαι μωρό παιδί να αγοράζεις ό,τι θες αλλά εμείς οι ενήλικες προτιμούμε αυτές με τη τσουκνίδα - herbs yeah!)

Τα απομεινάρια της οδοντόκρεμας – a.k.a. toothpaste remains – είναι κάτι σαν τα κουσούρια που προστίθενται στο χαρακτήρα μας μέρα με τη μέρα και που φαίνονται σε βάθος χρόνου όχι μόνο σε εμάς αλλά και στους υπόλοιπους της παρέας (καλέ από πότε αυτός σταμάτησε να πηγαίνει σινεμά? Ααα, από τότε που ήταν για μεταπτυχιακό στην Ολλανδία και τα βράδια κατέβαζε και έβλεπε ταινίες μόνος του το έχει συνδυάσει με μιζέρια και δεν θέλει!).

Μάλιστα...είναι αυτές οι ini, mini, miny, mo μικρές (ίσως και μεγάλες αν εθελοτυφλείς), νέες αλλά και θαμμένες λεπτομέρειες της υπόλοιπης ζωής σου που βγαίνουν στην επιφάνεια (φτου ξελευθερία ή φτου και βγαίνω) σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου.

Άλλα τελικά τώρα που το ξανασκέφτομαι πιο πολύ μου τη σπάει που στάζουν τα μαλλιά όταν βγαίνεις από το ντους .. και κάπως έτσι έρχεται να με αποτελειώσει ο χαρακτηρισμός του the dearest among the most dearest, Elias, ότι οδεύω ολοταχώς προς την εμμηνόπαυση.

Toothpaste remains λοιπόν..Αυτό που μας κάνει να διαφέρουμε και να αφήνουμε το δικό μας αποτύπωμά μας σε καταστάσεις αλλά και το ένα και το αυτό (βεεεέβαιαα) αποτύπωμα που αφήνουν αυτές σε εμάς.

Άντε γειά! Ο κόσμος βασίζεται στο χάος και εγώ θα τον διασχίσω χωρίς να ψάχνω για λογική συνέχεια αλλά πρώτα θα πρέπει να στεγνώσω τα μαλλιά μου.

Γράμμα 1



Toothpaste remains… Χμμ… Και ξανά χμμ… Αλλά ας το πάρουμε από την αρχή. Μια μέρα μου συνέβη κάτι και ήθελα να το μοιραστώ με κάποιον.Τελικά αποφάσισα να το γράψω στο χαρτί. Το έγραψα και το άφησα στην άκρη. Από τότε έχουν περάσει 4 χρόνια, πολλά έχουν συμβεί και το desktop γέμισε με word documents. Με την κολοκυθόπιτα είμαστε χρόνια φίλες, ήξερα ότι είχε και αυτή μια καούρα με το γράψιμο αλλά ποτέ δεν το πήραμε στα σοβαρά, μέχρι που μου είπε ότι έκανε ένα blog. Μου άρεσε το τόλμημα και έτσι αποφασίσαμε να το συνεχίσουμε μαζί. Ο τίτλος του blog ήταν ήδη εκεί και τώρα εγώ καλούμαι να πω τί λαμπάκια ανάβουν όταν ακούω την φράση Toothpaste remains. Χμμ… Σαν να βρίσκομαι στο Λύκειο πάλι.


Σε πρώτο επίπεδο μου έρχονται στο μυαλό σάλια και άσπρη αφρώδης οδοντόκρεμα στο νιπτήρα, δίπλα στην τρύπα (γιατί για εκεί στοχεύαμε). Σε δεύτερο επίπεδο κάτι Αμερικάνικες ταινίες που ο πρωταγωνιστής αφού βουρτσίσει τα δόντια του,φτύνει την οδοντόκρεμα και χωρίς να ξεπλύνει το στόμα του σκουπίζει με την πετσέτα τα toothpaste remains γύρω από τα χείλια και το πηγούνι. Σε τρίτο επίπεδο ότι άμα πιάσω αυτόν που αφήνει υπολείμματα οδοντόκρεμας στην λεκάνη, θα τον βάλω να τα φάει τον παλιοβρωμιάρη!


Τώρα, για να σοβαρευτούμε και λίγο, σε μερικά επίπεδα παραπάνω το toothpaste remains είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση. Ας λάβουμε ως δεδομένο ότι το βούρτισμα των δοντιών είναι μια σημαντική περίοδος της ζωής μας, ένας άνθρωπος που αγαπήσαμε, ένα κομβικό σημείο. Η τριβή της οδοντόβουρτσας με τα δόντια και οι κινήσεις των χεριών είναι ο χρόνος που μας έδεσε, τα όνειρα που κάναμε και τα χέρια που δώσαμε. Κι έρχεται εκείνη η στιγμή που πονάνε τα ούλα από το πολύ τρίψε-τρίψε και ο αγκώνας από το πολύ πάνω-κάτω. Κι έρχεται εκείνη η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι αυτό που έχεις μέσα στο στόμα σου πρέπει να φτύσεις γιατί πολύ απλά έχει έρθει η ώρα να το φτύσεις, τα δόντια έχουν πλυθεί, η δουλειά έχει γίνει, φτύστο και τελείωνε. Μετά; Tι γίνεται όμως μετά; 

Αν θέλεις μπορείς να ρίξεις λίγο νερό και ύστερα να κάτσεις στο πάτωμα της τουαλέτας, στα κρύα πλακάκια και με το βλέμμα του χαζού να κοιτάς το καλοριφέρ απέναντί σου και να ακούς το νερό που κυλάει στους σωλήνες. Μπορείς να βάλεις και τα κλάμματα που δεν υπάρχει τίποτα πια, δεν σε βλέπει κανείς, μην ντρέπεσαι. Αν θέλεις μπορείς να καθαρίσεις με μανία την λεκάνη, να επιμείνεις, ξανά, πάρε και το σφουγγάρι και την χλωρίνη, λίγο πιο δεξιά, εκεί καλά είσαι, φτάνει τώρα, άστραψε, και να πας για ύπνο. Αν θέλεις μπορείς και να τα αφήσεις εκεί για να τα δεις όταν θα πλύνεις τα μούτρα σου το πρωί και όταν θα πλύνεις τα χέρια σου το μεσημέρι και ξανά το βράδυ και ξανά το επόμενο πρωί και πάει λέγοντας.

Toothpaste remains… Είπαμε, είναι προσωπική υπόθεση. Είναι του καθενός ο ψυχισμός, του καθενός η κοσμοθεωρία, είναι συζητήσεις επί συζητήσεων, είναι του καθενός επιλογή. Για κάποιον είναι αηδιαστικά και για κάποιον είναι μνήμες.